Ασκούμενη με ταγεράκι και γόβα (περισσότερα για το ντύσιμο του θηλυκού δικηγόρου in the future) έρχεται να καταθέσει αγωγή (5ος όροφος, γραφείο 516 αν δεν απατώμαι. Αν απατώμαι και το 516 είναι το γραφείο με τους μαύρους καναπέδες και τον / την πρόεδρο υπηρεσίας, ζητήστε συγγνώμη, κάντε μεταβολή βγείτε στο διάδρομο, στρίψτε αριστερά και μπείτε στην πρώτη πόρτα που θα συναντήσετε. See! It wasn’t that hard after all!):
Ασκούμενη: Καλημέρα σας. Μια αγωγή θέλω να καταθέσω.
Υπάλληλος (με το ύφος: Κι εγώ που νόμιζα ότι ήθελες να κάνεις κατάθεση ψυχής): Τί διαδικασία;
Ασκούμενη: Εργατικά.
Υπάλληλος: Χερσαία ή ναυτικά;
Η ασκούμενη ταράζεται. Σφίγγει τρομαγμένη τη longchamp σε μαύρο της αβύσσου που κρατάει και ψιθυρίζει: Τί εννοείτε;
Υπάλληλος: Χερσαία ή ναυτικά τα εργατικά;
Ασκούμενη (γιατί με στείλανε στον Πειραιά; They do things differently here): Στην Αθήνα δε μου έχουν κάνει ποτέ αυτήν την ερώτηση.
Υπάλληλος (χωρίς κακία, μόνο με αυτό το μπλαζέ ύφος που μας χαρακτηρίζει): Στην Αθήνα δεν έχουν ναυτικά. Εδώ είναι Πειραιάς, έχουμε και καραβάκια, έχουμε και ναυτικά.
Για να είμαι δίκαιη, βέβαια, με την Αθηναία Ασκούμενη (στην οποία συγχωρώ τα πάντα εκτός από το ταγεράκι και τη γόβα) κι εγώ χάνομαι (με κάθε έννοια της λέξης) όταν πηγαίνω στην Ευελπίδων. Κτήριο 2 για τις προεισπράξεις, κτήριο 11 (;) για τις διαταγές πληρωμής, Προκάτ 1 για τις προσημειώσεις… για να μη μιλήσω για την κινέζικη κατάρα που λέγεται «Ψάξε να βρεις παραστάσεις και μεγαρόσημα» (Υπάρχουν φήμες ότι υπάρχει ένας πάγκος στο 4· στο 16 θα βρεις σίγουρα· και στο 2 υπάρχουν· κι εγώ να περπατάω βρίζοντας που αποφάσισα να βάλω τακούνια ενώ το ήξερα, ΤΟ ΗΞΕΡΑ ότι θα έρθω στην Αθήνα σήμερα).
Όμως τώρα είμαι ‘δω. Περπατάω από την πλευρά της θάλασσας κοιτάζοντας τα seajet, highspeed και pallet carriers που λικνίζουν τα χρωματιστά κορμιά τους στον απαλό κυματισμό και το μόνο που με αποτρέπει από την παρόρμηση να μπω στο πρώτο καράβι που θα βρω (ακόμα κι αν αυτό είναι φορτηγό με πλήρωμα από την Ουκρανία) είναι κάποια απροσδιόριστη αίσθηση καθήκοντος. Και μια αόριστη ταξιδιάρικη ελπίδα που συνοψίζεται στους στίχους που παράφωνα σιγοτραγουδάω:
Ασκούμενη: Καλημέρα σας. Μια αγωγή θέλω να καταθέσω.
Υπάλληλος (με το ύφος: Κι εγώ που νόμιζα ότι ήθελες να κάνεις κατάθεση ψυχής): Τί διαδικασία;
Ασκούμενη: Εργατικά.
Υπάλληλος: Χερσαία ή ναυτικά;
Η ασκούμενη ταράζεται. Σφίγγει τρομαγμένη τη longchamp σε μαύρο της αβύσσου που κρατάει και ψιθυρίζει: Τί εννοείτε;
Υπάλληλος: Χερσαία ή ναυτικά τα εργατικά;
Ασκούμενη (γιατί με στείλανε στον Πειραιά; They do things differently here): Στην Αθήνα δε μου έχουν κάνει ποτέ αυτήν την ερώτηση.
Υπάλληλος (χωρίς κακία, μόνο με αυτό το μπλαζέ ύφος που μας χαρακτηρίζει): Στην Αθήνα δεν έχουν ναυτικά. Εδώ είναι Πειραιάς, έχουμε και καραβάκια, έχουμε και ναυτικά.
Για να είμαι δίκαιη, βέβαια, με την Αθηναία Ασκούμενη (στην οποία συγχωρώ τα πάντα εκτός από το ταγεράκι και τη γόβα) κι εγώ χάνομαι (με κάθε έννοια της λέξης) όταν πηγαίνω στην Ευελπίδων. Κτήριο 2 για τις προεισπράξεις, κτήριο 11 (;) για τις διαταγές πληρωμής, Προκάτ 1 για τις προσημειώσεις… για να μη μιλήσω για την κινέζικη κατάρα που λέγεται «Ψάξε να βρεις παραστάσεις και μεγαρόσημα» (Υπάρχουν φήμες ότι υπάρχει ένας πάγκος στο 4· στο 16 θα βρεις σίγουρα· και στο 2 υπάρχουν· κι εγώ να περπατάω βρίζοντας που αποφάσισα να βάλω τακούνια ενώ το ήξερα, ΤΟ ΗΞΕΡΑ ότι θα έρθω στην Αθήνα σήμερα).
Όμως τώρα είμαι ‘δω. Περπατάω από την πλευρά της θάλασσας κοιτάζοντας τα seajet, highspeed και pallet carriers που λικνίζουν τα χρωματιστά κορμιά τους στον απαλό κυματισμό και το μόνο που με αποτρέπει από την παρόρμηση να μπω στο πρώτο καράβι που θα βρω (ακόμα κι αν αυτό είναι φορτηγό με πλήρωμα από την Ουκρανία) είναι κάποια απροσδιόριστη αίσθηση καθήκοντος. Και μια αόριστη ταξιδιάρικη ελπίδα που συνοψίζεται στους στίχους που παράφωνα σιγοτραγουδάω:
«Έξω καράβια φεύγουνε,
στου Πειραιά τη μπούκα,
μ’ έν’ απ’ αυτά θα φύγουμε,
κάποιο βραδάκι σου’ πα…»

