Παρασκευή, Οκτωβρίου 27, 2006

Τα γενέθλια και άλλες ατυχίες


Ήμουν πάντα η βασίλισσα των γενεθλίων. Δύο μήνες πριν τη γιορτινή μέρα άρχιζα να σκέφτομαι τι θα κάνω, που και με ποιους θα το κάνω. Στο σπίτι ή έξω; Τι θα φοράω; Υπέροχα μικρά ερωτήματα που έλυνα με απολαυστικές συζητήσεις με καφέ και τσιγάρα. Μέχρι τη μετωπική μου σύγκρουση με το 2006. Ειλικρινά δεν ξέρω πώς μου συνέβη εμένα αυτό. Ξαφνικά τα γενέθλια μου φαίνονταν όπως φαίνεται ο Βόλντεμορτ στο Χάρυ Πότερ, η Γκιούλ Καραχασάν στον Τάτση, ο Μπιπ Μπιπ στο Κογιότ: Burn, motherf*****r, BURN! Κι όμως, ξημέρωσε η 25η Οκτωβρίου και όπως θα πει κι ο Μεταξάς 3 μέρες αργότερα: ΟΧΙ! Έβγαλα δειλά – δειλά το κεφάλι μου κάτω από την κουβέρτα. Να τηλεφωνήσω και να πω ότι είμαι άρρωστη; Η Γωγώ –ένα βήμα πριν την τελειοποίηση της έκπληξης που μου ετοιμάζει εδώ και μέρες- δε θα μου το συγχωρέσει ποτέ. Για πρώτη φορά από εκείνο το βροχερό απόγευμα του Οκτωβρίου του 1979 ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΣΒΗΣΤΕΙ ΑΥΤΗ Η ΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ. Να πάμε κατευθείαν από τις 24 Οκτωβρίου στις 26. Να κάνει μία πολύ γρήγορη περιστροφή η γη, να ζαλιστεί το φεγγάρι και να ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΕΙ 25Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2006!!!

Επειδή, όμως, είμαι άτυχη, τίποτα από αυτά δε συνέβη και φτύνω κατάμουτρα τον Κοέλιο και τις θεωρίες του για το σύμπαν που θα πραγματοποιήσει αυτό που θέλω πάρα πολύ. ΤΟ ΗΘΕΛΑ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ!

Fast forward 1,5 ώρα αργότερα. Κατάφερα να σηκωθώ, να ντυθώ και να πάω στο γραφείο. Το κινητό μου χτυπάει ανά πεντάλεπτο και ακούγονται χαρούμενες φωνούλες να μου λένε Χρόνια Πολλά. Go Away! Για καλή μου τύχη οι τρεις από τους 5 «συνεργάτες» μου λένε ήπια χρόνια πολλά, τους ευχαριστώ με τον ίδιο ήπιο τόνο και βγάζουμε αυτή την ενοχλητική παραφωνία από τη μέση. Η Ηρώ με περιτριγυρίζει και μου εύχεται. Δεν την ξέρω πολύ καιρό. Δεν μπορώ να τη βρίσω. Η Γωγώ είναι άλλη ιστορία. Έχει μεταμορφωθεί στο μεγάλο δικτάτορα του γραφείου τούτου και αναγκάζει τον κόσμο να εκτελεί διάφορες εργασίες για την εξυπηρέτηση του σκοπού της, της δημιουργίας του υπέρτατου δώρου που θα συνταράξει το «είναι» μου. Μπήκε στο γραφείο και μετά βίας μου είπε Χρόνια Πολλά. Ήρθε και με φίλησε διεκπεραιωτικά (δεν υπάρχει χρόνος για τρυφερότητα την ώρα που πρέπει να ετοιμαστεί το Δώρο). Την ακολουθούσα σαν λυπημένο κουτάβι κι εκείνη τσίριζε σαν μέγαιρα που έχει πάρει μεγάλη δόση σπιντ (όχι ότι θα ήξερα πώς είναι μια μέγαιρα που έχει πάρει μικρή ή κανονική δόση σπιντ, αλλά ακουγότανε σαν μέγαιρα που έχει πάρει μεγάλη δόση σπιντ. Πώς είναι καμιά φορά που ένα μωρό τσιρίζει και ακούγεται σαν γάτα σε οίστρο!):

«Φύύύύγε! Μηηηηη!»

«Μα, Γωγούλα μου, δε θέλω να κοιτάξω το Δώρο! Θέλω απλά να κάτσω κοντά σου να μιλήσουμε…»

«Μίλα. Σ’ ακούω κι από κει.»

«Ναι, αλλά θα μου δίνεις σημασία;»

«Έχω δουλειά. Σ’ ακούω. Μίλα.»

Το ήξερα ότι καταντούσα γελοία, όπως ήξερα ότι δεν υπάρχει περίπτωση να καταλάβει την άρνησή μου να γιορτάσω (αν μη τι άλλο γιατί θα της χαλούσα το Δώρο), αλλά έλπιζα ότι θα μου δείξει λίγη τρυφερότητα. Πφφ! Όσο εγώ τραγουδούσα «γερνάω μαμά» εκείνη σιγοντάριζε ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΑ την Τσανακλίδου και ανά πεντάλεπτο μου χασκογέλαγε σαν αθώα κορασίδα και αναφωνούσε «αχ, είναι υπέροχο!». Υπέροχη είναι η κλωτσιά που θα σου δώσω σε λίγο!

Fast forward, 5 το απόγευμα. Αυτό το όνειρο που έγινε εφιάλτης πλησιάζει στο τέλος του και τουλάχιστον θα μπορέσω να φύγω από το γραφείο και να είμαι δυστυχισμένη με την άνεσή μου, χωρίς να πρέπει να προσποιούμαι ότι γράφω την έφεση του Γ. Η Γωγώ είναι κλεισμένη στο conference, το οποίο για τους σκοπούς του Δώρου εκτελεί χρέη «αρχηγείου» και από το οποίο περνάνε τα υπάκουα στρατιωτάκια της για να προσθέσουν το λιθαράκι τους. Πηγαίνω νιαουρίζοντας έξω από το «αρχηγείο».

«Γωγώώ…»

«Φύύύύύγε!» (the μέγαιρα thing again)

«Δεν είπαμε ότι θα σας κεράσω το απόγευμα;»

Παραδόξως δε με διαολοστέλνει για άλλη μία φορά, αλλά λέει απλώς: «Έρχομαι»

Fast forward, μπαρ – καφετέρια – ρεστοράντ «Ιπτάμενο Γουρούνι».

Η περιοχή της Τρούμπας δεν είναι το ιδανικό περιβάλλον για να γιορτάζεις γενέθλια, αλλά κι εγώ δεν νιώθω η ιδανική εορτάζουσα. Αφού βγάζουμε από τη μέση τον μπελά του τσουγκρίσματος και των ευχών, επιτέλους χαλαρώνω. Πίνω το κρασάκι μου παρέα με ανθρώπους που συμπαθώ, πειράζουμε ο ένας τον άλλον, λέμε ανούσιες σαχλαμάρες και, για πρώτη φορά την 25η Οκτωβρίου 2006, σκέφτομαι ότι μπορεί και να επιβιώσω των γενεθλίων μου. Μέχρι που ξαναχτυπά η χαπακωμένη μέγαιρα για να καταστρέψει την δύσκολα αποκτηθείσα ηρεμία μου:

«Πρέπει να φύγω. Το Δώρο σου δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα. Πρέπει να πάω στο σπίτι σου να λουστώ και να συναντήσω το Γιώργο. Είναι ήδη 18:30 και στις 20:00 πρέπει να συναντήσουμε την Κλέα.»

Στη σιωπή που ακολούθησε αυτή τη δήλωση μπορούσα να ακούσω την ηρεμία μου να πέφτει στο πεζοδρόμιο και να σπάει σε κομματάκια.

Fast forward, μπαρ – καφετέρια – ρεστοράντ «Kitchen Bar».

Κάθομαι μόνη μου στο τραπέζι για 6 άτομα που ζήτησα. Έχω παραγγείλει τον κατάλογο των κρασιών και παρατηρώ τη διπλανή παρέα να τσουγκρίζει χαρωπά. Δεν περνάνε πέντε λεπτά και έρχεται η Κλέα με ένα από τα πιο όμορφα φορέματα που έχουν υπάρξει στην ιστορία του πλανήτη τούτου. Έρχεται και το κρασί. Η χαπακωμένη μέγαιρα απουσιάζει. Ουπς, να το πάλι αυτό το γλυκό συναίσθημα της ηρεμίας. Έρχεται ο Γιώργος, έρχεται κι ο άλλος Γιώργος με τη Γωγώ (τη μέγαιρα, ντε!), έρχεται κι ο Δημήτρης. Είμαστε έξι.

Με ιεροτελεστία αντίστοιχη της παράδοσης του κλειδιού της πόλης, μου παραδίνεται το Δώρο. Ένα τετράδιο με ιστορίες και φωτογραφίες απ’ τους γονείς μου, την αδερφή μου, τη Δαδούλα μου, και τους τρεις πιο αγαπημένους μου φίλους σε ολόκληρο τον κόσμο. Και ένα άλλο τμήμα μέσα στο τετράδιο με ευχές από τον ευρύτερο περίγυρό μου. Για λίγη ώρα «έφυγα» από την παρέα μου. Γύρισα πίσω, είδα πώς ήμουν όταν είχα ηλικία λίγων ωρών, είδα πώς ήμουν το 1998 (not so good), γέλασα, βούρκωσα, θυμήθηκα.

«Δεν άξιζε;» με ρωτάει η μέγαιρα.

Της κουνάω το κεφάλι, πολύ συγκινημένη για να επιτρέψω στον εαυτό μου να μιλήσει.

Τρώμε, γελάμε, πίνουμε κρασάκι, πηγαίνω στην τουαλέτα και βάζω το καινούριο φόρεμα. Δε μιλάω πολύ. Απολαμβάνω μόνο τη συλλογική τους αγκαλιά.

Fast forward, μαλακωμένοι από το κρασάκι χαιρετιόμαστε μπροστά στην είσοδο του μαγαζιού. Αν και τα επιθετικά συναισθήματα που έχω προς τη μέγαιρα έχουν περιοριστεί στα απολύτως απαραίτητα, δεν αφήνω την ευκαιρία για λίγη εκδίκηση να πέσει κάτω: Η Γωγώ ήρθε στο μαγαζί με το Γιώργο και εγώ με το αυτοκίνητό της. Η Γωγώ δεν ξέρει που έχω παρκάρει. Η Γωγώ με ρωτάει που είναι το αυτοκίνητό της. «Εκεί!» της απαντάω γλυκά. Όπου εκεί είναι ολόκληρο το πάρκινγκ της Μαρίνας Αλίμου. Δυστυχώς για μένα, είμαι καλός άνθρωπος και δε τη βασάνισα πολύ.

Fast forward, bed time.

Βάζω ένα τελευταίο ποτηράκι κρασί και χώνομαι κάτω από τα σκεπάσματα με την Ήρα στο πλάι μου και το Δώρο ακουμπισμένο στα γόνατά μου. Διαβάζω ξανά τις ιστορίες. Κοιτάζω ξανά τις φωτογραφίες. Γελάω, γιατί ήμασταν τόσο παιδάκια. Κλαίω, γιατί θυμάμαι όλους αυτούς που έφυγαν. Σας αγαπάω πολύ, γιατί, μέχρι να σπάσει αυτή η γκαντεμιά, είστε the best support a girl could have. Το ρολόι μου δείχνει 00:01 – 26 Οκτωβρίου 2006, του Αγίου Δημητρίου μεγάλη η χάρη του. Χρόνια μου Πολλά κι εσείς ό,τι επιθυμείτε.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

IT IS GOOD TO HAVE FRIENDS

CHERISH THE MOMENTS

Free cursors for MySpace at www.totallyfreecursors.com!