Πέμπτη απόγευμα, ασημο-γαλάζιο Renault Clio, εγώ κι η Γωγώ. Εκείνη κουρασμένη, εγώ αγχωμένη και γι’ αυτό σιωπηλές. Ακούμε στο Radio Gold το Νίκο Μαστοράκη να ζητά από τους ακροατές του να μοιραστούν μαζί του τις κακές τους συνήθειες, όπως για παράδειγμα το πέταγμα του καπνισμένου τσιγάρου έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου. Προβληματίζομαι για λίγο, γιατί ειλικρινά δεν μπορώ να σκεφτώ τι άλλο μπορείς να κάνεις το καπνισμένο τσιγάρο. Δεν περιμένει φυσικά κανείς να λερώσω το τασάκι του αυτοκινήτου μου...
Κατεβαίνω από το αυτοκίνητο. Εκείνη συνεχίζει για το σπίτι της κι εγώ κατευθύνομαι στην πηγή του άγχους μου: τις εξετάσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά (γνωστού και ως Δου Σου Που). Δίνω Πολιτική Δικονομία. Η Πολιτική Δικονομία (η διαδικασία δηλαδή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων – όχι, όχι, είναι πιο βαρετό απ’ όσο ακούγεται) είναι η φωνή της νομικής μου συνείδησης. Κάθε φορά που περηφανεύομαι ότι είμαι καλή, ξέρω πολλά, είμαι μάγκας, μου χτυπάει απαλά τον ώμο, σκύβει προς το μέρος μου, τα χείλη της ακουμπάνε ανεπαίσθητα το αυτί μου (στην αρχή είναι σχεδόν ερωτικό) και ψιθυρίζει τρυφερά: Ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο να δικάσει τις διαφορές μεταξύ γονέων και τέκνων(;) και άλλα τέτοια νομικά πράγματα που ΔΕΝ ΞΕΡΩ! Με κρύα χέρια ΚΑΙ κρύα καρδιά περπατάω στην Ηρώων Πολυτεχνείου. Φτάνω στο Σύλλογο, παίρνω τα θέματα, απαντάω (βγάζω τη γλώσσα στη νομική μου συνείδηση, γιατί από κάποιο βραχυκύκλωμα του σύμπαντος τα ξέρω), δίνω την κόλλα μου, μπαίνω στο αυτοκίνητο, γυρίζω σπίτι, βγάζω βόλτα την Ήρα και τον Άρη (το έτερόν της ήμισυ που το ‘χει σε εκτίμηση και δεν το παραμελεί ούτε το στενοχωρεί, αλλά καμιά φορά του πατάει κάτι ξεγυρισμένες δαγκωματιές μόνο και μόνο για να μην ξεχνάει ποιος είναι το αφεντικό σ’ αυτό το σπίτι), ξαπλώνω στο κρεβάτι και λίγες ώρες αργότερα ξημερώνει η Παρασκευή.
Πίνω ήδη τον πρώτο από τους 107½ καφέδες της ημέρας (ποτέ δεν τελειώνω αυτόν που φτιάχνω το απόγευμα), όταν εμφανίζεται η Γωγώ. Μπαίνει στο γραφείο σαν να μην ήρθε με το αυτοκίνητο, αλλά στην πλάτη ενός αφηνιασμένου ιππόγρυπα. Όχι λόγω εμφάνισης. Λόγω διάθεσης. Έχει αυτό το ύφος, το τρομακτικό. Το «αν μου μιλήσεις θα σου πάρει ο διάολος τον πατέρα» ύφος. Πηγαίνει στην τουαλέτα (η πρώτη από τις 107 ½ φορές που θα πάει σήμερα), φτιάχνει καφέ, κάθεται απέναντί μου:
«Εχθές είχα κολλήσει στην κίνηση και πήρα τηλέφωνο στο Radio Gold για να πω κι εγώ τρεις κακές συνήθειες που έχω...»
Οι κακές συνήθειες που ανέφερε ήταν του τύπου «δε βουρτσίζω τα δόντια μου 15 λεπτά, αλλά μόνο 10» και την ώρα που μου τα λέει αυτά σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να πει για τα ηχεία που κλέβει από τον υπολογιστή μου όταν απομακρύνομαι έστω και δύο λεπτά από το γραφείο και μετά προσπαθώ να καταλάβω που βρήκα τους ΜΙΚΡΟ που κάθε άλλο παρά μουσική επιλογή μου αποτελούν. Επιστρέφω απότομα στην πραγματικότητα όταν τη βλέπω να σκύβει κάτω από το γραφείο της. Σκύβω κι εγώ. Τα γραφεία μας είναι ουσιαστικά ένα μεγάλο γραφείο που το χωρίζει ένα σιδερένιο κέρατο. Το κάτω μέρος τους είναι ενιαίο, οι πύργοι των υπολογιστών μας βρίσκονται κώλο με κώλο και το φις των ηχείων μεταφέρεται από τον ένα στον άλλο πιο συχνά απ’ ό,τι αλλάζει εραστές η Πάρις Χίλτον. Τη βλέπω να κρατάει το πράσινο καλωδιάκι στο χέρι της.
«ΟΧΙ» της λέω.
«Εχθές το είχες εσύ» μου λέει.
«Ναι, και θα το έχω και σήμερα».
Αρνείται να μου το δώσει, κάτι λέει για αδικίες. Παίζω το χαρτί του δημοτικού:
«Είναι δικό μου!»
Συνεχίζει να μη μου το δίνει. Πάω να της το αρπάξω. Μου τραβάει τα μαλλιά. Της τσιμπάω τη μύτη. Αρχίζει να τσιρίζει και δε σταματάει μέχρι που βγαίνει το αφεντικό (λέγε με Τάκη) απ’ το γραφείο του.
«Να παίζετε όμορφα. Φαίδρα, ασ’ την να πάρει αυτή τα ηχεία σήμερα.»
Κάθομαι κατσουφιασμένη στην καρέκλα μου, ενώ η Γωγώ χαμογελάει κοροϊδευτικά (αυτό το γραφείο είναι το μόνο μέρος στον κόσμο που, αυτός που τσιρίζει, τελικά δικαιώνεται). Την κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου και σκέφτομαι τρόπους εκδίκησης. Και πόσο κακή συνήθεια είναι να θες να εκδικηθείς κάποιον –ειδικά όταν είναι ο άνθρωπος που αποκαλείς δεύτερη αδελφή σου, φωνή της συνείδησής σου και τσουλάκι. Συνεχίζει να με κοιτάει χαιρέκακα, αλλά την αγνοώ. Παραδίδομαι στη φύση μου και ηρεμώ με τη σκέψη ότι θα έρθει η στιγμή που θα μου ζητήσει να της γράψω μία ένσταση γιατί δεν προλαβαίνει κι εγώ θα της χαμογελάσω γλυκά, θα της ζητήσω συγγνώμη, θα πάρω την τσάντα μου και θα πάω για καφέ. Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο τις βάρκες που κουνιούνται και –με μια διάθεση ταπεινοφροσύνης που δε θα παραδεχτώ ποτέ και σε κανέναν- σκέφτομαι τις δικές μου κακές συνήθειες:
1. Είμαι εκδικητική –αλλά όχι με αυτούς που αγαπάω, γεγονός που θέλω να πιστεύω ότι με κάνει λίγο καλύτερο άνθρωπο- και μπορώ να περιμένω.
2. Όταν θυμώνω ή στεναχωριέμαι σταματάω να μιλάω στον άλλο –είναι κληρονομικό, έτσι αντιδράει η μαμά μου γιατί έτσι αντιδρούσε ο μπαμπάς της.
3. Προσπαθώντας να καταπολεμήσω την κακιά συνήθεια νούμερο 2, είχα αποφασίσει όταν κάτι με ενοχλεί / στεναχωρεί / νευριάζει να το λέω, αλλά μετά άρχισαν να με λένε γκρινιάρα / παραπονιάρα και παρεξηγιάρα. [Απ’ ό,τι φαίνεται, καλά θα κάνω να σταματήσω να ενοχλούμαι / στεναχωριέμαι / νευριάζω γιατί προφανώς δεν μπορώ να το υποστηρίξω και πάντα βγαίνω να έχω άδικο]
4. Λέω ψέματα. Όχι μόνο για να σώσω το τομάρι μου ή να μη στεναχωρήσω κάποιον, αλλά και για την απλή χαρά του να λες μια πολύ ενδιαφέρουσα / αστεία ιστορία που (δεν) σου συνέβη (τουλάχιστον όχι ακριβώς έτσι).
5. Οδηγώ πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο πρέπει / είναι νόμιμο, αλλά κοροϊδεύω τον εαυτό μου ότι έχω τον έλεγχο.
6. Οδηγώ πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο πρέπει / είναι νόμιμο, αλλά κοροϊδεύω τον εαυτό μου ότι δεν έχω πιεί πολύ.
7. Ξοδεύω πολλά χρήματα για να αγοράσω άχρηστα πράγματα που μου αρέσουν και δεν έχω αξιωθεί ακόμα να πάω να πάρω καινούρια καλσόν.
Κατεβαίνω από το αυτοκίνητο. Εκείνη συνεχίζει για το σπίτι της κι εγώ κατευθύνομαι στην πηγή του άγχους μου: τις εξετάσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά (γνωστού και ως Δου Σου Που). Δίνω Πολιτική Δικονομία. Η Πολιτική Δικονομία (η διαδικασία δηλαδή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων – όχι, όχι, είναι πιο βαρετό απ’ όσο ακούγεται) είναι η φωνή της νομικής μου συνείδησης. Κάθε φορά που περηφανεύομαι ότι είμαι καλή, ξέρω πολλά, είμαι μάγκας, μου χτυπάει απαλά τον ώμο, σκύβει προς το μέρος μου, τα χείλη της ακουμπάνε ανεπαίσθητα το αυτί μου (στην αρχή είναι σχεδόν ερωτικό) και ψιθυρίζει τρυφερά: Ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο να δικάσει τις διαφορές μεταξύ γονέων και τέκνων(;) και άλλα τέτοια νομικά πράγματα που ΔΕΝ ΞΕΡΩ! Με κρύα χέρια ΚΑΙ κρύα καρδιά περπατάω στην Ηρώων Πολυτεχνείου. Φτάνω στο Σύλλογο, παίρνω τα θέματα, απαντάω (βγάζω τη γλώσσα στη νομική μου συνείδηση, γιατί από κάποιο βραχυκύκλωμα του σύμπαντος τα ξέρω), δίνω την κόλλα μου, μπαίνω στο αυτοκίνητο, γυρίζω σπίτι, βγάζω βόλτα την Ήρα και τον Άρη (το έτερόν της ήμισυ που το ‘χει σε εκτίμηση και δεν το παραμελεί ούτε το στενοχωρεί, αλλά καμιά φορά του πατάει κάτι ξεγυρισμένες δαγκωματιές μόνο και μόνο για να μην ξεχνάει ποιος είναι το αφεντικό σ’ αυτό το σπίτι), ξαπλώνω στο κρεβάτι και λίγες ώρες αργότερα ξημερώνει η Παρασκευή.
Πίνω ήδη τον πρώτο από τους 107½ καφέδες της ημέρας (ποτέ δεν τελειώνω αυτόν που φτιάχνω το απόγευμα), όταν εμφανίζεται η Γωγώ. Μπαίνει στο γραφείο σαν να μην ήρθε με το αυτοκίνητο, αλλά στην πλάτη ενός αφηνιασμένου ιππόγρυπα. Όχι λόγω εμφάνισης. Λόγω διάθεσης. Έχει αυτό το ύφος, το τρομακτικό. Το «αν μου μιλήσεις θα σου πάρει ο διάολος τον πατέρα» ύφος. Πηγαίνει στην τουαλέτα (η πρώτη από τις 107 ½ φορές που θα πάει σήμερα), φτιάχνει καφέ, κάθεται απέναντί μου:
«Εχθές είχα κολλήσει στην κίνηση και πήρα τηλέφωνο στο Radio Gold για να πω κι εγώ τρεις κακές συνήθειες που έχω...»
Οι κακές συνήθειες που ανέφερε ήταν του τύπου «δε βουρτσίζω τα δόντια μου 15 λεπτά, αλλά μόνο 10» και την ώρα που μου τα λέει αυτά σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να πει για τα ηχεία που κλέβει από τον υπολογιστή μου όταν απομακρύνομαι έστω και δύο λεπτά από το γραφείο και μετά προσπαθώ να καταλάβω που βρήκα τους ΜΙΚΡΟ που κάθε άλλο παρά μουσική επιλογή μου αποτελούν. Επιστρέφω απότομα στην πραγματικότητα όταν τη βλέπω να σκύβει κάτω από το γραφείο της. Σκύβω κι εγώ. Τα γραφεία μας είναι ουσιαστικά ένα μεγάλο γραφείο που το χωρίζει ένα σιδερένιο κέρατο. Το κάτω μέρος τους είναι ενιαίο, οι πύργοι των υπολογιστών μας βρίσκονται κώλο με κώλο και το φις των ηχείων μεταφέρεται από τον ένα στον άλλο πιο συχνά απ’ ό,τι αλλάζει εραστές η Πάρις Χίλτον. Τη βλέπω να κρατάει το πράσινο καλωδιάκι στο χέρι της.
«ΟΧΙ» της λέω.
«Εχθές το είχες εσύ» μου λέει.
«Ναι, και θα το έχω και σήμερα».
Αρνείται να μου το δώσει, κάτι λέει για αδικίες. Παίζω το χαρτί του δημοτικού:
«Είναι δικό μου!»
Συνεχίζει να μη μου το δίνει. Πάω να της το αρπάξω. Μου τραβάει τα μαλλιά. Της τσιμπάω τη μύτη. Αρχίζει να τσιρίζει και δε σταματάει μέχρι που βγαίνει το αφεντικό (λέγε με Τάκη) απ’ το γραφείο του.
«Να παίζετε όμορφα. Φαίδρα, ασ’ την να πάρει αυτή τα ηχεία σήμερα.»
Κάθομαι κατσουφιασμένη στην καρέκλα μου, ενώ η Γωγώ χαμογελάει κοροϊδευτικά (αυτό το γραφείο είναι το μόνο μέρος στον κόσμο που, αυτός που τσιρίζει, τελικά δικαιώνεται). Την κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου και σκέφτομαι τρόπους εκδίκησης. Και πόσο κακή συνήθεια είναι να θες να εκδικηθείς κάποιον –ειδικά όταν είναι ο άνθρωπος που αποκαλείς δεύτερη αδελφή σου, φωνή της συνείδησής σου και τσουλάκι. Συνεχίζει να με κοιτάει χαιρέκακα, αλλά την αγνοώ. Παραδίδομαι στη φύση μου και ηρεμώ με τη σκέψη ότι θα έρθει η στιγμή που θα μου ζητήσει να της γράψω μία ένσταση γιατί δεν προλαβαίνει κι εγώ θα της χαμογελάσω γλυκά, θα της ζητήσω συγγνώμη, θα πάρω την τσάντα μου και θα πάω για καφέ. Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο τις βάρκες που κουνιούνται και –με μια διάθεση ταπεινοφροσύνης που δε θα παραδεχτώ ποτέ και σε κανέναν- σκέφτομαι τις δικές μου κακές συνήθειες:
1. Είμαι εκδικητική –αλλά όχι με αυτούς που αγαπάω, γεγονός που θέλω να πιστεύω ότι με κάνει λίγο καλύτερο άνθρωπο- και μπορώ να περιμένω.
2. Όταν θυμώνω ή στεναχωριέμαι σταματάω να μιλάω στον άλλο –είναι κληρονομικό, έτσι αντιδράει η μαμά μου γιατί έτσι αντιδρούσε ο μπαμπάς της.
3. Προσπαθώντας να καταπολεμήσω την κακιά συνήθεια νούμερο 2, είχα αποφασίσει όταν κάτι με ενοχλεί / στεναχωρεί / νευριάζει να το λέω, αλλά μετά άρχισαν να με λένε γκρινιάρα / παραπονιάρα και παρεξηγιάρα. [Απ’ ό,τι φαίνεται, καλά θα κάνω να σταματήσω να ενοχλούμαι / στεναχωριέμαι / νευριάζω γιατί προφανώς δεν μπορώ να το υποστηρίξω και πάντα βγαίνω να έχω άδικο]
4. Λέω ψέματα. Όχι μόνο για να σώσω το τομάρι μου ή να μη στεναχωρήσω κάποιον, αλλά και για την απλή χαρά του να λες μια πολύ ενδιαφέρουσα / αστεία ιστορία που (δεν) σου συνέβη (τουλάχιστον όχι ακριβώς έτσι).
5. Οδηγώ πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο πρέπει / είναι νόμιμο, αλλά κοροϊδεύω τον εαυτό μου ότι έχω τον έλεγχο.
6. Οδηγώ πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο πρέπει / είναι νόμιμο, αλλά κοροϊδεύω τον εαυτό μου ότι δεν έχω πιεί πολύ.
7. Ξοδεύω πολλά χρήματα για να αγοράσω άχρηστα πράγματα που μου αρέσουν και δεν έχω αξιωθεί ακόμα να πάω να πάρω καινούρια καλσόν.
8. Τα ξέρω όλα.
Φυσικά είναι κι άλλες –όπως καμιά φορά που γυρίζω αργά και δεν ξεβάφομαι ούτε πλένω τα δόντια μου πριν κοιμηθώ ή άλλες φορές που κάνει τόσο κρύο και δεν κάνω μπάνιο ή κάτι πρωινά που βιάζομαι και δεν βάζω φαγητό στα σκυλιά και περιορίζω τις τύψεις μου λέγοντας ότι θα τους βάλω πιο πολύ φαγητό το βράδυ- αλλά δεν υπάρχει λόγος να γινόμαστε υπερβολικοί. Αυτή η συμπεριφορά δε βοηθάει κανέναν και σίγουρα δε βοηθάει τις προσπάθειές μου να κρατήσω το κάπνισμα έξω από τη λίστα με τις κακές συνήθειες (είναι κρίμα να χαραμιστούν τόσοι ωραίοι αναπτήρες).
Φυσικά είναι κι άλλες –όπως καμιά φορά που γυρίζω αργά και δεν ξεβάφομαι ούτε πλένω τα δόντια μου πριν κοιμηθώ ή άλλες φορές που κάνει τόσο κρύο και δεν κάνω μπάνιο ή κάτι πρωινά που βιάζομαι και δεν βάζω φαγητό στα σκυλιά και περιορίζω τις τύψεις μου λέγοντας ότι θα τους βάλω πιο πολύ φαγητό το βράδυ- αλλά δεν υπάρχει λόγος να γινόμαστε υπερβολικοί. Αυτή η συμπεριφορά δε βοηθάει κανέναν και σίγουρα δε βοηθάει τις προσπάθειές μου να κρατήσω το κάπνισμα έξω από τη λίστα με τις κακές συνήθειες (είναι κρίμα να χαραμιστούν τόσοι ωραίοι αναπτήρες).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου