Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006

Παραλλαγές σ’ ένα φόντο

Σύννεφα. Πολλά σύννεφα. Πώς το έλεγες; Overcast. Όχι τόσο. Σε μερικά σημεία κάποιες χαραμάδες για να περνάει λίγος ήλιος. Δέσμες φωτός που πέφτουν πάνω στη θάλασσα. Γκρίζα κι αυτή σαν τον ουρανό. Και τόσο όμορφη που δε θέλω να την αφήσω απ’ τα μάτια μου (αν και τελικά το κάνω. Έτσι μου έμαθε ο δάσκαλος οδήγησης: Θα κοιτάς μπροστά και δε θα χαζεύεις τη θάλασσα. Όχι, δε με νοιάζει αν είναι όμορφη. Τέτοιος τύπος ήταν ο δάσκαλος, είχε μαλώσει με το ρομαντισμό, αλλά τον συμπαθούσα γιατί με άφηνε να φέρνω τις κασέτες μου στα μαθήματα και να ακούω μουσική όσο οδηγούσα). Είμαι στην Καστέλα. Απέναντί μου είναι ο Υμηττός και την κορυφή του στεφανώνουν πιο άσπρα σύννεφα. Από το cd player ακούγεται η Grace Jones να τραγουδάει La vie en rose κι εγώ δεν είμαι πια στο μαύρο Nissan Almera αλλά σε ένα σπίτι με μεγάλα παράθυρα στην Καστέλα...

Εκείνος είναι στη δουλειά κι εγώ είμαι στο σπίτι με τις φίλες μου. Έχουμε χυθεί στους μεγάλους άσπρους καναπέδες μου (που για τους σκοπούς αυτής της φαντασίωσης δεν λερώνονται). Φοράμε μπλουτζήν και φαρδιά, ζεστά (αλλά όχι μαλλινα – με τσιμπάνε) πουλόβερ. Πίνουμε ζεστό καφέ. Καπνίζουμε. Ακούμε Φοίβο Δεληβοριά (Χριστούγεννα, δεν περιμένω όμως τίποτα πια, τον Άη Βασίλη απλώς τον λέγαν μπαμπα), Κωνσταντίνο (καρπούζι στο πάτωμα, φιλιά στο λαιμό), μπαμπά (σαφώς φοβάμαι, δεν φοβάμαι να στο πω) και Μανώλη Φάμελο (είναι πολλά αυτά που θα ‘θελα, αγάπη μου, μα απειροελάχιστα αυτά που σου ζητώ, γιατί θα μου φτανε αν, μέσα στο χάλι μου, είχα εσένα λίγο εδώ). Το Ηράκι μου έχει ξαπλώσει μπροστά στο αναμμένο τζάκι και ξυπνάει κάθε φορά που κάποια από ‘μας σκέφτεται να φάει ένα σοκολατάκι (όχι, δεν έκανα λάθος, κάθε φορά που σκέφτομαι ότι θέλω να φάω κάτι αυτή η σκύλα εμφανίζεται δίπλα μου). Μιλάμε για τα πάντα και για τίποτα. Μία απ’ αυτές τις κουβέντες που γίνεται μόνο αν η ατμόσφαιρα είναι συνωμοτική και κοριτσίστικη. Λέμε γι’ «αυτούς» πράγματα που δε θα πίστευαν ότι λέμε σε κανέναν. Και, παρ’ όλο που τους κοροϊδεύουμε, είναι όλα πάρα πολύ αθώα, γιατί τους αγαπάμε, γιατί αγαπάμε η μία την άλλη και γιατί –βαθειά μέσα μας- δεν έχουμε ποτέ ξεπεράσει την ηλικία των 15 και δεν το πιστεύουμε ότι μπορούμε –ότι ξέρουμε!- να κάνουμε αυτή τη συζήτηση. Γελάμε με χαζά αστεία που δεν κάνουν κανέναν άλλο να γελάσει –αν και αργότερα θα προσπαθήσουμε να τα μεταφέρουμε. Βριζόμαστε σαν νταλικέρηδες. Όταν σουρουπώσει, αντικαθιστούμε τον καφέ με λευκό κρασί και την εμφάνισή του κάνει ο Αντωνάκης (απόψε, που να βρίσκεσαι, πες μου, που πας και τι κάνεις απόψε). Και τελικά –όταν πια έχουμε πάψει να μιλάμε ή να τραγουδάμε και καθόμαστε στους καναπέδες χαμένη η κάθε μία στις δικές της σκέψεις- αποφασίζουμε να το διαλύσουμε και χαίρετιόμαστε και λέω ότι θα μαζέψω αύριο τα ποτήρια και είμαι ευτυχισμένη που το μόνο που χρειάζεται να κάνω είναι να περπατήσω τα λίγα βήματα μέχρι το κρεβάτι μου. Καληνύχτα μας.

Εκείνος είναι στο σπίτι. Είναι Σάββατο πρωί και έχω γυρίσει από τη βόλτα της Ήρας. Ξύπνα, αγάπη μου. Τα μάτια του είναι ακόμα μισόκλειστα και τα μάγουλά του κόκκινα απ’ τον ύπνο, αλλά βάζει μια φόρμα κι ένα φανελάκι και έρχεται μαζί μου στο σαλόνι. Κοίτα τι ωραία που είναι έξω. Κάθομαι ανάμεσα στα πόδια του με την πλάτη μου ακουμπισμένη στο στέρνο του. Τα χέρια του αγκαλιάζουν την κοιλιά μου. Απολαμβάνω το δέρμα του –ζεστό ακόμα απ’ τον ύπνο- πάνω στο δικό μου. Πίνουμε μικρές γουλιές καφέ από την ίδια κούπα. Φιλάει το λαιμό μου. Μμμ. Τί; Μ’ αρέσει. Ψιθυρίζει στ’ αυτί μου. Δεν έχει σημασία τι λέει, σημασία έχει η ανάσα του που με χαϊδεύει. Σιγά σιγά ξυπνάει. Οι σκόρπιες κουβέντες γίνονται ολοκληρωμένη συζήτηση. Τα δάχτυλά μας είναι μπλεγμένα. Κάνουμε σχέδια. Που θα με πας; Όπου θες. Πότε; Όποτε θες, αγάπη μου. Και γελάμε. Μ’ αγαπάς; Όχι, βέβαια. Σε λατρεύω. Για πάντα; Γι’ αυτή τη βδομάδα σίγουρα, δεν μπορώ να δεσμευτώ περισσότερο. Γυρίζω και τον κοιτάω παίρνοντας το ύφος της παρεξηγημένης. Με φιλάει. Καλημέρα μας.

Βάζω χειρόφρενο, σβήνω τη μηχανή. Ξύπνα, φτάσαμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Free cursors for MySpace at www.totallyfreecursors.com!