Σάββατο, Νοεμβρίου 18, 2006

How do you keep the music playing?

«Γωγώ, τί να κάνω;»

Από μέρες το έβλεπα να έρχεται. Σαν το χωρισμό τρία χρόνια πριν, το μύριζα στον αέρα· το ένιωθα κάθε φορά που την έβλεπα να εκνευρίζεται μαζί μου· το καταλάβαινα κάθε φορά που εγώ μετά βίας συγκρατιόμουν για να μην της φωνάξω. Και στο τέλος, έγινε, γιατί –φυσικά- όταν θέλω κάτι πάρα πολύ, όόόλο το σύμπαν συνωμοτεί για να ΜΗΝ το πετύχω.

«Γωγώ, έλα, σκέψου!»

Η αλήθεια είναι ότι πραγματικά δεν κατάλαβα πώς έγινε. Όπως γενικά δεν έχω καταλάβει πώς έγιναν πολλά πράγματα αυτές τις μέρες· πώς κατάφερα μέσα σε εικοσιτέσσερεις ώρες να γίνω ενοχλητική, κουραστική, ανεύθυνη, αυτή που δε δίνει του αγγέλου της νερό και τελικά αυτή που έχασε τη δεύτερη αδερφή της. Γιατί –ειλικρινά- δεν ξέρω αν ο δρόμος της επιστροφής είναι ανοιχτός. Δεν ξέρω καν αν υπάρχει στα μελλοντικά σχέδια της πολεοδομίας αυτός ο δρόμος. Μπορεί και να κάνω λάθος. Την αδερφή σου δεν τη χάνεις / χωρίζεις τόσο εύκολα, αλλά...

«Γωγώ, έκανα μαλακία!»

Το ένα πρόβλημα είναι ότι, ενώ με έχει προφυλακίσει, δε μου έχει απαγγείλει ακόμα το κατηγορητήριο. Hello! Αντισυνταγματικό! Έπαιξα στο μυαλό μου ξανά και ξανά τις τελευταίες στιγμές και δεν μπορώ να σκεφτώ τι την πείραξε. Είμαι σίγουρη ότι κάτι πρέπει να έκανα. Δεν είναι τόόόσο ηλίθια!

«Γωγώ, can I keep them both;»

Το άλλο πρόβλημα είναι ότι της έχω θυμώσει που δε μου λέει τι την πείραξε και ότι αυτός ο θυμός δε με αφήνει να πάω να τη ρωτήσω.

«Γωγώ, σταμάτα! Δεν είμαι ερωτευμένη!»

Και καθόμαστε στα γραφειάκια μας, η μία απέναντι από την άλλη και για πρώτη φορά στους εννέα κοινούς εργασιακούς μας μήνες δουλεύουμε χωρίς να μιλάμε.

«Γωγώ, είμαι ερωτευμένη...»

Ο βαθμός ησυχίας έχει αγγίξει τέτοια επίπεδα που ο Μάνος ρώτησε γιατί είμαστε τόσο ήσυχες. Ο Μάνος, που, μαζί με τον Δημήτρη, μας μαλώνει όταν τραγουδάμε δυνατά το «summer of ‘69». Σε λίγο θα βγει κι ο Τάκης απ’ το γραφείο του να μας πει ότι δε χρειάζεται να δουλεύουμε τόσο αφοσιωμένα και μπορούμε να κάνουμε κανένα διάλειμμα για κουβέντα.

«Γωγώ, μόνο για δύο εβδομάδες θα είναι!»

Κι εγώ να συνεχίζω να μην καταλαβαίνω τι στο διάολο της έκανα και μου αφαίρεσε τη δεύτερη αδερφή μου χωρίς να μου δώσει την ευκαιρεία να της πω «δεν έχεις δίκιο, γιατί...» ή «συγγνώμη». Περίμενα ότι θα τσακωθούμε, ότι θα αρχίσει να μου λέει ότι κάνω σαν πεντάχρονο. Μήπως, λοιπόν, συμβαίνει κάτι πιο σοβαρό; The badness!

«Γωγώ, γιατί δε με πήρε τηλέφωνο;»

Και να νιώθω ότι λείπει ένα κομμάτι του εαυτού μου. Ένα κομμάτι πιο σημαντικό απ’ το να είχα χάσει ένα δάχτυλο. Λείπει απ’ τη ζωή μου το αυτί στο οποίο απευθύνονται τα παράπονά μου, οι γκρίνιες μου, τα μυστικά μου, τα αστεία μου.

«Γωγώ, να τον πάρω τηλέφωνο;»

Και λείπει και η δυνατότητα που είχα να το παίζω θεός και να της λέω τι πρέπει να κάνει, τι σημαίνει αυτό κι εκείνο, να μην ανησυχεί, να μη δίνει σημασία. Και η –σπάνια- χαρά να έχω μια πολύ καλή ιδέα που είναι ακριβώς η λύση ή η απάντηση που χρειαζόταν.

«Γωγώ, και τί να του πω;»

Υπερβολική, όπως πάντα; Μπα! Αυτό είναι πιο σημαντικό! Το νιώθω! Κι άλλες φορές το έχεις πει αυτό. Ναι, και συνήθως έχω δίκιο. Νόμιζα ότι πάντα έχεις δίκιο. Όχι, μην μπερδεύεσαι, μπορεί να τα ξέρω όλα, αλλά δεν έχω πάντα δίκιο. Είναι λεπτή η διαφορά, αλλά υπάρχει.

«Γωγώ, μου λείπει!»

Κάθεται απέναντί μου και συνέχεια ξεκινάω να της πω κάτι αστείο ή κάτι που του είπα ή κάτι που μου είπε και μετά θυμάμαι ότι δεν μπορώ. Ψέματα! Μπορώ! Ειδικά την πρώτη μέρα ένα αστείο μπορεί να αποφόρτιζε την κατάσταση. Αλλά θα ήταν κάτι πρόσκαιρο.

«Γωγώ, πρέπει να φύγουμε απ’ αυτή τη ζώνη του λυκόφωτος!»

Δεν μπορεί, σίγουρα το έχει καταλάβει κι εκείνη ότι κάτι συμβαίνει μεταξύ μας. Ίσως να είναι η δική μου συνεχιζόμενη κακή διάθεση που την κούρασε. Ίσως να είναι η δουλειά σε τόσο κοντινή απόσταση που μας κούρασε και τις δύο.

«Γωγώ, τα ξέρω όλα.»

Τον τελευταίο καιρό, όμως, από εκεί που ήμασταν 9 στις 10 φορές συντονισμένες και συγχρονισμένες άρχισε να μειώνεται αυτό το ποσοστό. Να μειώνεται σε τέτοιο βαθμό που κατέληξε ασυνήθιστο.

«Γωγώ, τα έχεις πει όλα.»

Κι όμως, υπάρχει και το αντίθετο συναίσθημα, ότι μπορεί αυτό το «ατύχημα» να μας πάει ένα βήμα παραπάνω, να γίνουμε κάτι περισσότερο. Μπορεί να μην τελειώσαμε, αλλά ν’ αρχίζουμε...

«Γωγώ, μόνο μέχρι το γάμο του Τάκη / τα γενέθλιά μου / τα Χριστούγεννα;»

Εικόνα από το μέλλον (και ας φροντίσει το κωλο-σύμπαν να την πραγματοποιήσει τουλάχιστον αυτήν την επιθυμία μου): Ο Ρούχλας, η Μελιά και ο Φλιπ (τα παιδιά της) κάθονται στο γκαζόν και τρώνε βερύκοκα με την Όλγα και τον Θοδωρή (τα παιδιά μου). Τα παιδιά της λένε στα παιδιά μου ότι πρέπει να τελειώνουν με τα μαθήματά τους από την Παρασκευή για να έχουν ελεύθερο όλο το Σαββατοκύριακο. Η Όλγα γελάει κορϊδευτικά και η Μελιά της λέει ότι πρέπει να σταματήσει να κάνει σαν μωρό. Ο Θοδωρής, πάντα φανατικός υποστηρικτής της αδερφής του, σηκώνεται όρθιος και την κοιτάει άγρια «Η Όλγα είναι μεγάλη, πάει στην Τρίτη.» Ο Ρούχλας που έχει αναλάβει το ρόλο του διαμεσολαβητή του ΟΗΕ στη μικρή τους παρέα αλλάζει το θέμα.

«Γωγώ, δεν έκανες λάθος που γύρισες.»

«Το ξέρετε ότι οι μαμάδες είχαν κάποτε τσακωθεί και δε μιλούσαν για μέρες;» Σιωπή στο ακροατήριο. «Εννοείς όπως τότε που η μαμά φώναζε στη Φαίδρα ότι κάνει σαν πεντάχρονο κι εκείνη της είπε να τη φτύσει επιτέλους αυτήν την καραμέλα και μετά γελούσαν και κάτι έλεγαν για έναν Τάκη;» ρωτάει φανερά προβληματισμένος ο Φλιπ.

«Γωγώ, θες να βαφτίσουμε η κάθε μία όλα τα παιδιά της άλλης;»

«Όχι, ρε χαζέ!» του λέει ο Ρούχλας για να ακουστεί αμέσως η φωνή του μπαμπά του να τον μαλώνει ότι δεν πρέπει να βρίζει τον αδερφό του. Ο Ρούχλας εκνευρίζεται που τον άκουσαν. Ήταν σίγουρος ότι οι μπαμπάδες ήταν πολύ απορροφημένοι στη συζήτησή τους για το ντοκυμαντέρ με τις πεσκανδρίτσες που είχαν δει πρόσφατα. Χαμηλώνει τη φωνή του: «Δε μιλούσαν για πολλές μέρες...»

«Γωγώ, ήταν τόσο όμορφα!»

Η Όλγα προσπαθεί να αποσπάσει από τον Ρούχλα περισσότερες πληροφορίες, όταν τους διακόπτει ο Θοδωρής, ο οποίος είναι καταγοητευμένος από το ρολόι που του πήρε ο μπαμπάς του και παλεύει να μάθει να λέει την ώρα: «Δηλαδή που πρέπει να πάει ο μικρός δείκτης για να είναι πολλές μέρες;»

«Γωγώ, το χάνζαπλαστ που μου έδωσες δεν βοήθησε τη ραγισμένη καρδιά μου...»

Εμείς δε θα τη μάθουμε αυτήν την ιστορία. Κατά τη διάρκειά της είμαστε στην κουζίνα. Εκείνη μαγειρεύει κι εγώ της κάνω παρέα (ή την ενοχλώ – εξαρτάται από πια μεριά το βλέπεις). Ακούμε μουσική και τραγουδάμε δυνατά (κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ). Γελάμε.

«Γωγώ, μου λείπεις!»

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Τελικά καμιά φορά σ αυτή τη ζωή πέφτουμε τόσο "έξω".Άπο την άλλη βέβαια είναι παρήγορο να ξέρεις πόσο πολύ έχεις πέσει "έξω" που σε κάνει να κοιμάσαι πιο ανάλαφρα τα βράδια.

Free cursors for MySpace at www.totallyfreecursors.com!